ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΜΕφΠειρ 402/2026 Διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης από υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος
Ανάρτηση: 03/11/2026
Η έφεση κρίθηκε τυπικώς παραδεκτή διότι είχε ασκηθεί νόμιμα και εντός της νόμιμης προθεσμίας, και το εφετείο είχε δικαιοδοσία να την εξετάσει. Περαιτέρω εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Διαφορά οικογενειακού δικαίου. Μη απαιτητό το παράβολο. Επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου. Το κύριο ουσιαστικό ζήτημα ήταν η εφαρμογή του άρθρου 1439(1) του Αστικού Κώδικα σχετικά με τη λύση του γάμου λόγω σοβαρής διατάραξης των συζυγικών σχέσεων. Ο αιτών έπρεπε να αποδείξει αντικειμενικά διαταρακτικά γεγονότα μεταξύ των συζύγων, και τον αιτιώδη σύνδεσμο και ένταση που καθιστά ανυπόφορη τη συνέχιση της συζυγικής συμβίωσης. Εάν οι διαταρακτικές περιστάσεις αφορούν και τους δύο συζύγους, το δικαίωμα να ζητηθεί η λύση του γάμου μπορεί να προκύψει ανεξάρτητα από τη συγκριτική ευθύνη ή αποκλειστική υπαιτιότητα. Ωστόσο, ένας εκ των συζύγων δεν μπορεί να βασίσει αγωγή λύσης γάμου σε διατάραξη που προκλήθκηε αποκλειστικά από τη δική του συμπεριφορά. Οι ισχυρισμοί ότι ο άλλος σύζυγος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος, συμπεριλαμβανομένων των υποτιθέμενων εξωγαμικών σχέσεων, θεωρήθηκαν ασαφείς και αναπόδεικτοι. Ο μάρτυρας δεν είχε άμεση γνώση, στηρίχθηκε σε πληροφορίες που του μετέφερε ο ενάγων και δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα περιστατικά, ενώ ο αιτών επίσης δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα πρόσωπα ή συγκεκριμένα γεγονότα. Περαιτέρω ισχυρισμοί που εγέρθηκαν μόνο στην έφεση, σχετικά με προκλητικά ενδύματα και καλλυντικές επεμβάσεις, δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική αγωγή και δεν αποδείχθηκαν. Επομένως, δεν μπορούσαν να αποδείξουν την απαιτούμενη διατάραξη που αποδίδεται στον άλλο σύζυγο. Τα στοιχεία αντ' αυτού αποδείκνυαν αντισυζυγική και επιθετική συμπεριφορά του ενάγοντος, την οποία το δικαστήριο θεώρησε ως αποκλειστική αιτία για τη λύση του γάμου. Επομένως αποκλείστηκε η εφαρμογή του άρθρου 1439(1) για τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού. Οι καταγγελίες που αφορούσαν εσφαλμένη υπαγωγή στο νόμο, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και αντιφατική αιτιολογία απορρίφθησαν, διότι η πρωτοβάθμια απόφαση είχε εφαρμόσει σωστά το νόμο και είχε εκτιμήσει ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία. Η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφετείου συμψηφίστηκαν μεταξύ των συζύγων λόγω της συζυγικής τους σχέσης. Η έφεση έγινε τυπικά δεκτή αλλά απορρίφθηκε στην ουσία και διέταξε την επιστροφή του παραβόλου και συμψηφίστηκαν τα δικαστικά έξοδα.